Ο Νίκος Παρασκεύοπουλος στην Εναλλακτική

Συναντηθήκαμε με τον τέως υπουργό δικαιοσύνης,νυν βουλευτή της Α’ θεσσαλονίκης και ομότιμο καθηγητή ποινικού δικαίου στο τμήμα της νομικής του ΑΠΘ και συζητήσαμε για ορισμένα θέματα της νομικής αλλά και κοινωνικής επικαιρότητας. Ακολουθεί η απομαγνητωφωνημένη συνέντευξη:

Ε: Η πρώτη ερώτηση είναι για το Σχέδιο Ποινικού Κώδικα που είναι υπό ψήφιση. Ποιες είναι οι βασικές διατάξεις που χρειάζεται να αλλάξουν και ποια είναι η κατεύθυνση της αλλαγής αυτής στη διαμόρφωση του Ποινικού Κώδικα;

Ν.Π .: Η γενική κατεύθυνση του Σχεδίου Ποινικού Κώδικα κατά τη γνώμη μου είναι σωστή. Δηλαδή, θέλει ηπιότερες απειλούμενες – προβλεπόμενες ποινές ως πλαίσια για τα εγκλήματα αλλά ένα πιο σταθερό καθεστώς που να αφορά τις απολύσεις υπό όρους. Αυτό, ως φιλοσοφία είναι σωστό και θα εναρμονίσει το δικό μας Ποινικό Κώδικα με τις ποινικές νομοθεσίες και άλλων χωρών. Δηλαδή, εμείς σε πολλά εγκλήματα έχουμε υπερβολικές απειλούμενες ποινές σε σχέση με ό,τι προβλέπεται σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά είμαστε λίγο πιο ελαστικοί σε ότι αφορά τον χρόνο της εξόδου με ρυθμίσεις αποσυμφορητικές κτλ. Το σύστημα πρέπει να ισορροπήσει. Πιο χαμηλές απειλούμενες ποινές και απόλυση πιο σταθερή. Πέρα όμως από αυτόν τον αναπροσανατολισμό, το Σχέδιο Ποινικού Κώδικα περιλαμβάνει και κάποιες ρυθμίσεις που μου φαίνονται, εμένα προσωπικά, ιδιαίτερα προβληματικές.

Σε αυτές πρώτα από όλα θα εντάξω τις ρυθμίσεις που αφορούν την επιβάρυνση της ποινής όταν τα εγκλήματα έχουν ρατσιστικά χαρακτηριστικά[1]. Αυτό προϋπήρχε και τώρα καταργείται. Δεν βλέπω κανένα λόγο κατάργησης της επιβάρυνσης της ποινής στα ρατσιστικά εγκλήματα και μάλιστα σήμερα, που το κοινωνικό φαινόμενο έχει έξαρση. Αποποινικοποιείται μια διάταξη, επίσης πρόσφατη, η οποία ισχύει σήμερα, και προβλέπει την τιμωρία της δωρεάν διανομής αίματος ή βασικών ειδών διατροφής μόνο σε Έλληνες, δηλαδή εισφέρει μια διάκριση με βάση τη φυλή κτλ. σε ποιους μπορεί να γίνει η διανομή και σε ποιους να μη γίνει.

Επίσης, προβληματική είναι κατά τη γνώμη μου η ρύθμιση που στην ουσία καταργεί την ταχύτερη απόλυση όσων έχουν σοβαρά προβλήματα υγείας. Γνωρίζω πολύ καλά ότι η πρόωρη αποφυλάκιση όσων έχουν προβλήματα υγείας οδήγησε στη δημιουργία κάποιων προβλημάτων, τα οποία απασχόλησαν πολύ και την κοινή γνώμη. Αυτά, μπορούν να διορθωθούν. Πέρα από το γεγονός ότι τα προβλήματα αυτά στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν προβλήματα εφαρμογής και όχι διατύπωσης του νόμου. Αλλά είναι άλλο να γίνει μια διορθωτική κίνηση σε κάποιο πεδίο και είναι άλλο να καταργηθεί τελείως η ταχύτερη απόλυση των ανθρώπων οι οποίοι έχουν προβλήματα υγείας.

Υπάρχουν και διάφορες άλλες ρυθμίσεις που επίσης, πιστεύω ότι είναι προβληματικές και εισφέρουν νέα προβλήματα στην ελληνική νομοθεσία. Προσωπικά, διαφωνώ, ακόμη, και με το φαινόμενο της διαμόρφωσης ρυθμίσεων με βάση κάποιες θεωρητικές απόψεις οι οποίες αμφισβητούνται. Δηλαδή, υπάρχει ένα ερώτημα, ποινικό, το οποίο αφορά το Γενικό Μέρος του Ποινικού Κώδικα. Αν κάποιος , που είναι σε πραγματική πλάνη, κάνει κάποιο λάθος, με τις αισθήσεις του, ως προς τις συνθήκες τις άμυνας, αυτό που κάνει είναι πραγματική πλάνη, δηλαδή είναι κάτι όπως ο δόλος, που δεν υπάρχει, και επομένως πάμε στην αμέλεια; Ή είναι νομική πλάνη, που σημαίνει ότι καταρχήν τιμωρείται, και μόνο αν είναι συγγνωστός, αθωώνεται; Το πρόβλημα είναι τόσο ανοιχτό, και στη θεωρία και στη νομολογία ώστε πιστεύω ότι δεν θα έπρεπε να σπεύδει ο νομοθέτης και μέσω της ποινής, δηλαδή της βίας, να επιβάλλει τη μία άποψη σε βάρος της άλλης. Έχουμε δηλαδή κάποιες τέτοιες απόψεις στο σώμα του Σχεδίου του Ποινικού Κώδικα που μου φαίνονται ότι είναι ιδιαίτερα προβληματικές.

Τώρα Τι θα γίνει; Ποιο είναι το μέλλον του Ποινικού Κώδικα; Όποτε έχουμε να κάνουμε με νομοθετήματα που ψηφίζονται με ένα άρθρο όπως είναι οι Κώδικες αναγκαστικά γίνονται σταθμίσεις. Ο νομοθέτης θα πρέπει να σκεφτεί αν αξίζει τον κόπο, προκειμένου να περάσει όλο το Σχέδιο, να περάσουν και κάποιες διατάξεις οι οποίες είναι προβληματικές. Ή αντίστροφα, αν επειδή κάποιες διατάξεις είναι προβληματικές, το σύνολο του Σχεδίου δεν πρέπει να περάσει. Ένα τέτοιο θέμα είχαμε αντιμετωπίσει το 2015 με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος είχε πολλές σωστές ρυθμίσεις αλλά είχε και κάποιες ιδιαίτερα προβληματικές. Και επειδή θα περνούσε ως Κώδικας, εκεί υπήρχε το πρόβλημα: Προχωρούμε, έστω και αν κάποιες επιμέρους ρυθμίσεις δεν είναι σωστές, ή σταματάμε όλη την πορεία και την εξέλιξη των νομοθετημάτων διότι δεν μπορούμε να κάνουμε διαφοροποιημένη προσέγγιση των επιμέρους ρυθμίσεων;

Ε: Με δεδομένο ότι στην Ελλάδα αυτήν τη στιγμή ισχύει, με αντικαταστάσεις και τροποποιήσεις άρθρων, ο Μετεμφυλιακός Ποινικός Κώδικας του 1951, και δεν έγινε δυνατή η αντικατάσταση του από Νέο Ποινικό Κώδικα καμία από τις πολλές φορές που κατατεθήκαν Σχέδια νέων Κωδίκων, και παρά τις πολλαπλές νομοθετικές τομές την περίοδο της Μεταπολίτευσης λχ. στο Οικογενειακό Δίκαιο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι θα ήταν μία ιστορική τομή η ψήφιση νέου ΠΚ, εάν ψηφισθεί. Στον ισχύοντα σήμερα Ποινικό Κώδικα θεωρείτε πως υπάρχουν ορισμένες διατάξεις οι οποίες δεν θα ήταν σκόπιμο να αντικατασταθούν ή καταργηθούν ;

Στην ερωτική ας πούμε ζωή από το 1950-1980 εμφανίστηκε μια σταδιακά αυξανόμενη χαλάρωση στον τρόπο ελέγχου των ερωτικών πράξεων. Όμως, από το 1990 και μετά ο έλεγχος αυτό απέκτησε και πάλι αυστηρότερη μορφή και έλαβε και νέες μάλιστα διαστάσεις. Προστέθηκαν νέα εγκλήματα , όπως λόγου χάρη η σεξουαλική παρενόχληση, ο βιασμός , ο οποίος μπορεί πλέον να πραγματοποιηθεί χωρίς βία αρκεί μόνο να εκλείπει το στοιχείο της συναινέσεως. Με πιο απλά λόγια κάθε καινούριο στοιχείο που εισέρχεται στην ερωτική ζωή δέχεται πλέον εξονυχιστικό έλεγχο και κριτική , ενώ παλαιότερα υπήρξε μεγαλύτερη ελευθερία στον χώρο αυτόν.

Advertisement

Ν.Π. : Η ιστορία ξέρετε κινείται με ανάλογο των κυμάτων ρυθμό. Πότε είναι πιο συντηρητική και πότε πότε γίνεται πιο προοδευτική. Διατάξεις που ήταν γέννημα του φιλελευθερισμού που επικράτησε κατά την δεκαετία του ‘80 στον Ευρωπαϊκό χάρτη , ιδιαίτερα μετά τον Μάη του ‘68, έχουν περισσότερα στοιχεία προοδευτισμού από πολλές που εισάγονται σήμερα. Το φαινόμενο αυτό αντανακλά την συντηρητικό ρεύμα που άρχισε να εξαπλώνεται από την δεκαετία του ’90 και μετά. Ο γυμνισμός , ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, κατά τη δεκαετία του ’80 ήταν ανεκτός με την πιο θετική της λέξης σημασία, καθώς δε προκαλούσε ούτε κοινωνικές τριβές ούτε την κοινωνική κατακραυγή. Υπήρχαν μάλιστα ξεχωριστές παραλίες για αυτούς που τους εξέφραζε ο γυμνισμός και ξεχωριστές για αυτούς που δεν θέλαν να συμμετάσχουν. Σήμερα η τάση αυτή αρχίζει να εξαλείφεται ή ακόμα και αν συμβαίνει γίνεται με τρόπο δειλό και απομονωμένο και όχι όπως τότε διάχυτα. Η στροφή αυτή εντάσσεται άραγε στον κύκλο του συντηρητισμού ή της προόδου; Εν πάση περιπτώσει το φαινόμενο αυτό αντικατοπτρίζει τον τρόπο με τον οποίο κινούνται τα κύματα της ιστορίας. 

Που καταλήγουμε; Είναι σφάλμα να αποκλείουμε μια παλιά ρύθμιση με το επιχείρημα ότι είναι παλιά. Αντιθέτως, οφείλουμε να δουλεύουμε κατ’ άρθρο. Να εξετάζουμε δηλαδή με κάθε διάταξη όχι μόνο ιστορικά (τι θέλησε δηλαδή να πει ο νομοθέτης), αλλά και τελολογικά που δηλαδή αποσκοπούσε η ρύθμιση αυτή και ποια τα προβλήματα που θέλει να αντιμετωπίσει.

Ε: Τέλος για να έρθουμε σε ένα θέμα που συζητείται διαχρονικά έχοντας συμμετάσχει στην νομοπαρασκευαστική επιτροπή του ισχύοντα κώδικα ναρκωτικών, ποιά είναι λοιπόν η τοποθέτηση  σας στο ζήτημα της αποποινικοποίησης των ΄΄ελαφρότερων’’ στην κλίμακα ναρκωτικών;

Ν.Π.: Η Χρήση ναρκωτικών ουσιών, εφόσον δε συνεπάγεται με διακίνηση, είναι μια πράξη που δεν επηρεάζει την ζωή κάποιου τρίτου , πέραν του χρήστη. Με άλλα λόγια κατά την χρήση δεν προσβάλλεται κανένα έννομο αγαθό ενός τρίτου προσώπου. Συνεπώς δε μπορούμε να πούμε ότι τελείται κάποιας μορφής έγκλημα, διότι ως έννοια το τελευταίο δεν νοείται χωρίς την προσβολή ενός εννόμου αγαθού. Το δίκαιο οφείλει να ασχολείται με πράξεις που έχουν άμεσο αντίκτυπο στην κοινωνική διαβίωση και στις διαπροσωπικές σχέσεις. Ενέργειες που έχουν ως αποδέκτη τον ίδιο τον ενεργήσαντα δεν εντάσσονται στη σφαίρα ενδιαφέροντος της νομικής επιστήμης καταρχήν. Ο χρήστης θα πρέπει ίσως να λογοδοτήσει στην συνείδηση του, στον θεό ή και στον ψυχολόγο του , αλλά σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούται να λογοδοτεί σε κάποιο δικαστικό όργανο της πολιτείας. Από καθαρά νομικής απόψεως η χρήση δεν εντάσσεται στα εγκλήματα.

Παρόλα αυτά είναι απολύτως αναγκαία η πρόβλεψη μιας μορφής θεσμικού ελέγχου με σκοπό να αποφευχθεί η ενδεχόμενη διακίνηση.  Η αστυνόμευση ας πούμε της δημόσιας χρήσης και ο έλεγχος της κατεχόμενης ποσότητας  κατ’ άτομο μπορεί να αποτρέψει φαινόμενα ναρκεμπορίου  και να διασφαλίσει την ελεγχόμενη χρήση.

*Η δημοσιογραφική επιμέλεια έγινε από την Κωνσταντίνα Κατμάδα και τον Μόδεστο Γαβαλά. Ευχαριστούμε τον Κ. Παρασκευόπουλο για τον χρόνο που μας παραχώρησε.


[1] Ο λόγος που δεν πρέπει να μιλάμε στα εγκλήματα αυτά για πράξεις με ρατσιστικό μίσος αλλά για πράξεις με ρατσιστικά χαρακτηριστικά είναι διότι το μίσος είναι ενδιάθετο, επομένως είναι κάτι το οποίο δεν είναι αποδείξιμο, ως υποκειμενική έννοια, ενώ τα χαρακτηριστικά είναι ένας τρόπος εμφάνισης μιας πράξης, δηλαδή είναι κάτι το οποίο έχει εξωτερική μορφή, εμπίπτει στο άδικο και είναι αποδείξιμο. Άρα, κατά την επιστημονική άποψη του κ. Ν. Παρασκευόπουλου το εργαλείο στην ποινική νομοθεσία πρέπει είναι τα ρατσιστικά χαρακτηριστικά και όχι τα ρατσιστικά κίνητρα ή το μίσος. Σύμφωνη με την παραπάνω άποψη του Ν. Παρασκευόπουλου είναι πλέον άλλωστε και η ισχύουσα νομοθεσία, καθώς το περασμένο φθινόπωρο έγινε σύμφωνη τροποποίηση και απαλείφθηκε η αναφορά σε ρατσιστικό μίσος από το 81Α ΠΚ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.